ῥηίτατα


ῥηίτατα
ῥηΐτατα , ῥᾴδιος
easy
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ῥηίτατ' — ῥηΐτατα , ῥᾴδιος easy neut nom/voc/acc pl ῥηΐτατε , ῥᾴδιος easy masc voc sg ῥηΐταται , ῥᾴδιος easy fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρά — I Αιγυπτιακός θεός του Ήλιου, που λατρευόταν ιδιαίτερα στην Ηλιούπολη, κοντά στο σημερινό Κάιρο, όπου ταυτίστηκε με τον Ατούμ (Ατούμ Ρα) και με τον Ώρο (Ρα Xop Άχτι) και θεωρήθηκε θεός δημιουργός. Κατά το Νέο Βασίλειο ταυτίστηκε με τον Άμμωνα*… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.